Conjugation of διώχνω
ˈðʝo.xnoκάνω έξωση σε κάποιον, τον απομακρύνω από μισθωμένη κατοικία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διώχνω |
| εσύ | διώχνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διώχνει |
| εμείς | διώχνουμε |
| εσείς | διώχνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διώχνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έδιωχνα |
| εσύ | έδιωχνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έδιωχνε |
| εμείς | διώχναμε |
| εσείς | διώχνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έδιωχναν |
Αόριστος
| εγώ | έδιωξα |
| εσύ | έδιωξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έδιωξε |
| εμείς | διώξαμε |
| εσείς | διώξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έδιωξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διώξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διώξω |
| εσύ | διώξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διώξει |
| εμείς | διώξουμε |
| εσείς | διώξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διώξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διώχνε |
| εσείς | διώχνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διώξε |
| εσείς | διώξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διώξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διώχνομαι |
| εσύ | διώχνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διώχνεται |
| εμείς | διωχνόμαστε |
| εσείς | διώχνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διώχνονται |
Παρατατικός
| εγώ | διωχνόμουν |
| εσύ | διωχνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διωχνόταν |
| εμείς | διωχνόμασταν |
| εσείς | διωχνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διώχνονταν |
Αόριστος
| εγώ | διώχτηκα |
| εσύ | διώχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διώχτηκε |
| εμείς | διωχτήκαμε |
| εσείς | διωχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διώχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διωχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διωχτώ |
| εσύ | διωχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διωχτεί |
| εμείς | διωχτούμε |
| εσείς | διωχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διωχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διώχνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διώξου |
| εσείς | διωχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διωχτεί |