Meaning of διώχτηκα | Babel Free
/ˈðʝo.xti.ka/Ορισμοί
- α' πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος διώχνομαι, παθητική φωνή του διώχνω
- α' πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ρήματος διώκομαι, παθητική φωνή του διώκω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.