Meaning of μέγεθος | Babel Free
/ˈme.ʝe.θos/Ορισμοί
- οι διαστάσεις και ο όγκος ενός αντικειμένου (μήκος, πλάτος, ύψος)
- το πόσο μεγάλο είναι κάτι χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένες διαστάσεις, αλλά με διαβάθμιση από το μεγαλύτερο προς το μικρότερο
- κάθε παράγοντας που επηρεάζει μια επιχείρηση ή και μία χώρα
- κάποιο βασική ιδιότητα ή χαρακτηριστικό που όμως μετριέται σε μονάδες ειδικής κλίμακας
- το νούμερο στα ρούχα, ο αριθμός που φοράει κάποιος στο παντελόνι, τα εσώρουχα ή τα παπούτσια (μικρό μέγεθος, μεσαίο ή μεγάλο) και που συχνά εκφράζεται χωρίς τη χρήση επιθέτου, αλλά με αριθμό:
- η σπουδαιότητα, η έκταση, οι διαστάσεις ενός γεγονότος με τη μεταφορική έννοια
- κάθε ποσό που επιδέχεται αύξηση ή μείωση και επομένως μπορεί να μετρηθεί και να εκφρασθεί με αριθμούς.
- τα μετρήσιμα χαρακτηριστικά της ύλης, όπως το μήκος, η μάζα, η θερμποκρασία, η ενέργεια, η ραδιενέργεια , αλλά και ο χρόνος, η ταχύτητα κ.α.
- φυσικό μέγεθος είναι εκείνο που αντιστοιχεί στις συνήθεις διαστάσεις ενός οργάνου, οργανισμού ή αντικειμένου που θέλουμε να αναπαραστήσουμε -αλλιώς αναφερόμαστε αναλυτικότερα στις διαστάσεις που θέλουμε.
Παραδείγματα
“Θέλω μια καλαμωτή μεγέθους 3 Χ 1,5”
“Η Ελλάδα το 2009 βρέθηκε ξαφνικά η τελευταία σε μέγεθος οικονομία της Ευρώπης”
“Το μέγεθος της βλακείας”
“η προσπάθεια βελτίωσης των μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας”
“Τα βασικά οικονομικά μεγέθη σε μια τράπεζα είναι το ενεργητικό, οι καταθέσεις, οι χορηγήσεις και τα ίδια κεφάλαια”
“μέγεθος αστέρος: η λαμπρότητά του”
“μέγεθος σεισμού: η έντασή του”
“φοράω το μέγεθος 4”
“Δηλαδή, για τίνος μεγέθους επιδημία (απάτη-ζημία) μιλάμε;”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.