μεγέθυνση
Ορισμοί
η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μεγεθύνω
Ισοδύναμα
22 more languages
Ελληνικάδιεύρυνση
Bahasa Indonesiapembesaran
ქართულიგაფართოება
Kurdîîlave
Latinaprōlātiō
Nederlandsvergroting
Românămărire
Русскийувеличение
Svenskaförstoring
Українськазбільшення
Παραδείγματα
“Η μεγέθυνση της φωτογραφίας αποκάλυψε λεπτομέρειες.”
The enlargement of the photo revealed details.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free