Meaning of μεγεθυντικό | Babel Free
Ορισμοί
- λέξη που παράγεται από άλλη λέξη και μεγαλώνει (ή υπερβάλλει) τη λέξη από την οποία προέρχεται, κατάληξη -ας και -άς κεφάλας, δοντάς, κοιλαράς
- αρχαία ελληνική με συνήθεις καταλήξεις -ίας -ων, μέτωπον μετωπίας γαστήρ γάστρων χείλος χείλων
Παραδείγματα
“η κουτάλα και η τριχάρα είναι μεγεθυντικά των λέξεων κουτάλι και τρίχα'”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.