HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μεγεθυντικό | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. λέξη που παράγεται από άλλη λέξη και μεγαλώνει (ή υπερβάλλει) τη λέξη από την οποία προέρχεται, κατάληξη -ας και -άς κεφάλας, δοντάς, κοιλαράς
  2. αρχαία ελληνική με συνήθεις καταλήξεις -ίας -ων, μέτωπον μετωπίας γαστήρ γάστρων χείλος χείλων

Παραδείγματα

“η κουτάλα και η τριχάρα είναι μεγεθυντικά των λέξεων κουτάλι και τρίχα'”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μεγεθυντικό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course