διεύρυνση
Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διευρύνω
Ισοδύναμα
21 more languages
Ελληνικάμεγέθυνση
हिन्दीविस्तार
Bahasa Indonesiapembesaran
日本語増大
ქართულიგაფართოება
한국어확장
Kurdîîlave
Latinaprōlātiō
Nederlandsvergroting
Русскийувеличение
Svenskaförstoring
Українськазбільшення
Παραδείγματα
“※ Η διεύρυνση μιας τοπικής αγοράς, με τη δημιουργία των υποδηματοποιείων, φάνηκε ότι θα απορροφούσε το κατεργασμένο δέρμα των τοπικών βυρσοδεψείων, καθώς ενθάρρυνε μεγάλο μέρος του πληθυσμού να επενδύσει την εργασία του στο υποδηματοποιείο. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 76)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free