Meaning of σεζόν | Babel Free
/seˈzon/Ορισμοί
η χρονική περίοδος κατά την οποία συμβαίνει κάτι
Παραδείγματα
“※ Πρόωρη συζήτηση για κατάργηση των μέτρων ενόψει τουριστικής σεζόν (Εφημερίδα των Συντακτών, 27.03.2022)”
“※ Η χθεσινή ήττα του ΠΑΟΚ απέναντι στη Μαρσέιγ δεν στέρησε από τη χώρα μας την 15η θέση στη βαθμολογία του UEFA Ranking και θα εκπροσωπηθεί τη σεζόν 2023/24 με πέντε ομάδες στα Κύπελλα Ευρώπης. (Εφημερίδα των Συντακτών, 15.04.2022)”
“※ Πάνε δούλεψε εσύ σεζόν με μηδέν ρεπό, με 18 ώρες δουλειά την ημέρα, με λεφτά της πείνας και μετά έλα να συζητήσουμε γιατί υπάρχει έλλειψη προσωπικού!!! (21.04.2022)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.