Meaning of ψώνια | Babel Free
/ˈpso.ɲa/Ορισμοί
- τα εμπορεύματα που αγοράζονται κυρίως για κάλυψη αναγκών, όπως τα είδη διατροφής ή ρουχισμού
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψώνιο accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“πάω για ψώνια”
I'm going for shopping
“κουβαλάω τα ψώνια”
I carry the shopping
“βγήκαμε για ψώνια”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.