Meaning of ψώνιο | Babel Free
/ˈpso.ɲo/Ορισμοί
- ψώνια: αυτό που αγοράζει κάποιος
-
ο εγωπαθής, αυτάρεσκος figuratively
-
αυτός που είναι αφελής ή που για διάφορους λόγους δεν έχει μέτρο του εαυτού του figuratively
- αυτός που παθιάζεται υπερβολικά με μια τέχνη ή κατάσταση
Παραδείγματα
“είναι μεγάλο ψώνιο”
(s)he is a big wacko
“Έχω ψώνιο με τα νομίσματα κι έχω μεγάλη συλλογή.”
I've a passion for coins and have a large collection.
“Ρώτα τον Κώστα γιατί είναι ψώνιο με τη ροκ, κι αν δεν ξέρει αυτός πότε κυκλοφόρησε το cd, τότε δεν το ξέρει κανένας.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.