Meaning of τσέπη | Babel Free
/ˈt͡se.pi/Ορισμοί
- μέρος του παντελονιού όπου μπορούμε να βάλουμε μικρά αντικείμενα (κλειδιά, χρήματα, ...)
- γυναικείο επώνυμο
-
λέγεται για κάτι που είναι πολύ πιο μικρό από το κανονικό broadly
- μετρητά
Ισοδύναμα
English
pocket
Παραδείγματα
“σκίστηκε η τσέπη του κι έχασε τα ψιλά του”
“※ Οι πιέτες και οι τσέπες κατηργήθηκαν, σακάκια, φούστες και παντελόνια κόντυναν, φερμουάρ, κουμπιά και γαρνιτούρες σχεδόν καταργήθηκαν (Ζέφη Κόλλια, Βελονιές της πρωτοπορίας, κεφάλαιο: Λονδίνο, Civilian clothing 1941, τα ρούχα των βομβαρδισμών, 2023)”
“αεροπλάνο τσέπης”
“λιμουζίνα τσέπης”
“500.000€ ο τομογράφος, τον πούλησα 100€... τσέπη, όμως, ε;”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.