HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τσέπη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈt͡se.pi

Ορισμοί

  1. μέρος του παντελονιού όπου μπορούμε να βάλουμε μικρά αντικείμενα (κλειδιά, χρήματα, ...)
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. λέγεται για κάτι που είναι πολύ πιο μικρό από το κανονικό
    broadly
  4. μετρητά

Ισοδύναμα

20 more languages

Παραδείγματα

“σκίστηκε η τσέπη του κι έχασε τα ψιλά του
“※ Οι πιέτες και οι τσέπες κατηργήθηκαν, σακάκια, φούστες και παντελόνια κόντυναν, φερμουάρ, κουμπιά και γαρνιτούρες σχεδόν καταργήθηκαν (Ζέφη Κόλλια, Βελονιές της πρωτοπορίας, κεφάλαιο: Λονδίνο, Civilian clothing 1941, τα ρούχα των βομβαρδισμών, 2023)”
“αεροπλάνο τσέπης”
“λιμουζίνα τσέπης”
“500.000€ ο τομογράφος, τον πούλησα 100€... τσέπη, όμως, ε;”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τσέπη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free