Meaning of ενθυλακώνω | Babel Free
/en.θi.laˈko.no/Ορισμοί
κερδίζω, εισπράττω, κάνω δικό μου κάτι που δεν μου ανήκει, βάζω κάτι μέσα στην τσέπη μου
formal, ironic
Ισοδύναμα
English
pocket
Παραδείγματα
“※ Μετράμε τα χαμένα δισεκατομμύρια, βρίσκουμε τους απατεώνες, απαιτούμε την επιστροφή των κονδυλίων που αντί να αξιοποιηθούν σε έργα, ενθυλακώθηκαν. (@tovima.gr)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.