μαγεία
Ορισμοί
- η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων (π.χ. με ξόρκια ή παρασκευή φίλτρων) προκειμένου να συμβεί κάτι που παραβιάζει τους φυσικούς νόμους
- μια συγκεκριμένη τέτοια ενέργεια, τα μάγια
-
η γοητεία που ασκεί πάνω μας κάποιος ή κάτι λόγω της ομορφιάς του ή άλλων χαρισμάτων του figuratively
- κάτι πάρα πολύ όμορφο, που μας μαγεύει
Ισοδύναμα
21 more languages
Afrikaanstoorkuns
Ελληνικάμαγικός
Gàidhligbuidseachd
Românămagie
Українськачаклунство
Tiếng Việtphép thuật
中文魔術
繁體中文魔術
Παραδείγματα
“※ Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psychologynow.gr/istoria-psyxologias/viografies/melampous-argos-1400-p-x-enas-iatromantis-psyxotherapeftis/)”
“η θάλασσα χτες ήταν σκέτη μαγεία”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free