Σημασία του μαγεία | Babel Free
maˈʝi.aΟρισμοί
- η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων (π.χ. με ξόρκια ή παρασκευή φίλτρων) προκειμένου να συμβεί κάτι που παραβιάζει τους φυσικούς νόμους
- μια συγκεκριμένη τέτοια ενέργεια, τα μάγια
-
η γοητεία που ασκεί πάνω μας κάποιος ή κάτι λόγω της ομορφιάς του ή άλλων χαρισμάτων του figuratively
- κάτι πάρα πολύ όμορφο, που μας μαγεύει
Ισοδύναμα
Afrikaans
toorkuns
Ελληνικά
μαγικός
Español
magia
Gàidhlig
buidseachd
Română
magie
Українська
чаклунство
Tiếng Việt
phép thuật
中文
魔術
ZH-TW
魔術
Παραδείγματα
“※ Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psychologynow.gr/istoria-psyxologias/viografies/melampous-argos-1400-p-x-enas-iatromantis-psyxotherapeftis/)”
“η θάλασσα χτες ήταν σκέτη μαγεία”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free