μονάδα
Ορισμοί
- ο μικρότερος ακέραιος αριθμός που επαναλαμβανόμενος σχηματίζει όλους τους άλλους ακέραιους αριθμούς
- μονάδα μέτρησης• κάθε σταθερό μέγεθος ή ποσότητα που έχει καθοριστεί συμβατικά για τη μέτρηση αντίστοιχων μεγεθών ή ποσοτήτων
- κάθε στοιχείο ενός συνόλου, το οποίο έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα
- ομάδα οντοτήτων (πρόσωπα, πράγματα υλικά ή άυλα) που όλα μαζί αποτελούν αυτόνομη και ενιαία οντότητα
- ένας τομέας δραστηριότητας
- τμήμα στρατού με αυτόνομη διοίκηση
- ο χώρος στον οποίο έχει εγκατασταθεί μια στρατιωτική μονάδα
- η συσκευή, η διάταξη (συσκευών) σαν ολότητα
- συσκευή που αποτελείται από διαφορετικά τμήματα υλικού (hardware) και λογισμικού και εκτελεί μια αυτόνομη λειτουργία
Ισοδύναμα
12 more languages
Češtinajednotka
DeutschMaßeinheit
Ελληνικάμονάδα μέτρησης
हिन्दीमात्रक
Magyaregység
Polskijednostka
Portuguêsunidade
Românăunitate
Русскийединица измерения
Српскијединица
Svenskaenhet
Παραδείγματα
“Μονάδα Εντατικής Θεραπείας”
Intensive Care Unit
“το σύμβολο της μονάδας είναι το 1”
“μονάδα μήκους / βάρους / χωρητικότητας / χρόνου”
“το χωριό και η πόλη είναι οι κυριότερες οικιστικές μονάδες”
“μονάδα παραγωγής / διακίνησης / εμπορίας αγαθών”
“υπηρετεί σε μονάδα πεζικού”
“τιμωρήθηκε με φυλάκιση, γιατί έλειψε αδικαιολόγητα από τη μονάδα του”
“ηλεκτρονικός υπολογιστής σαν ολότητα, οι μονάδες εισόδου και εξόδου δεδομένων”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free