HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ταλέντο | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/taˈlendo/

Ορισμοί

  1. το φυσικό χάρισμα, η πέραν του συνηθισμένου ικανότητα και επιδεξιότητα που παρουσιάζουν ορισμένα άτομα σε έναν τομέα, συχνά ήδη από τα πρώτα στάδια της ενασχόλησής τους με αυτόν
  2. το άτομο που έχει ξεχωριστές ικανότητες σε έναν τομέα

Ισοδύναμα

English ability gift talent

Παραδείγματα

“Έχει φυσικό ταλέντο στο βιολί.”

She has a natural talent for the violin.

“Ο κυνηγός ταλέντων παρακολουθούσε το ματς.”

The talent scout was watching the match.

“Ο Μότσαρτ από πολύ μικρή ηλικία έδειξε ότι έχει ένα τεράστιο ταλέντο στην μουσική.”
“Ο Δημήτρης από βρεφική ηλικία έδειξε ότι έχει τεράστιο ταλέντο παντού.”
“≈ συνώνυμα: τάλαντο”
“Ο Μότσαρτ από μικρή ηλικία έδειξε ότι ήταν πολύ μεγάλο ταλέντο στην μουσική.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ταλέντο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course