HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποκλείεται | Babel Free

Verb CEFR B1 Frequent
/apoˈkliete/

Ορισμοί

  1. γ΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αποκλείομαι, παθητικής φωνής του αποκλείω
    impersonal, verb
  2. + να
    impersonal, verb
  3. δεν πρόκειται να γίνει αυτό που λες
    impersonal, verb
  4. δεν πιστεύω ότι έγινε, δεν υπάρχει περίπτωση να έγινε αυτό που λες
    impersonal, verb

Παραδείγματα

“— Aποκλείεται να συνεργαστώ μαζί τους! — Αγαπητέ μου, ποτέ μην αποκλείετε τίποτα.”
“Αποκλείεται! Δεν σε πιστεύω!”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποκλείεται used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course