Meaning of αποκλείεται | Babel Free
/apoˈkliete/Ορισμοί
-
γ΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος αποκλείομαι, παθητικής φωνής του αποκλείω impersonal, verb
-
+ να impersonal, verb
-
δεν πρόκειται να γίνει αυτό που λες impersonal, verb
-
δεν πιστεύω ότι έγινε, δεν υπάρχει περίπτωση να έγινε αυτό που λες impersonal, verb
Παραδείγματα
“— Aποκλείεται να συνεργαστώ μαζί τους! — Αγαπητέ μου, ποτέ μην αποκλείετε τίποτα.”
“Αποκλείεται! Δεν σε πιστεύω!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.