Meaning of γωνία | Babel Free
/ɣoˈni.a/Ορισμοί
- ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους
- γυναικείο επώνυμο
- το μέρος όπου συναντιώνται δυο δρόμοι
- η συμβολή δύο δρόμων
- το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες
- τόπος μακρινός ή σχετικά απομονωμένος
- το ακριανό μέρος ενός ψωμιού
-
τζάκι dated, vulgar
- η εστία της κουζίνας
Παραδείγματα
“οξεία, ορθή, αμβλεία γωνία”
“Υπάρχει ένα φανάρι στη γωνία του δρόμου.”
“Βάλε το κιβώτιο στη γωνία του δωματίου!”
“Όλο θες να τρως τη γωνία, άφησέ την και στους άλλους!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.