Meaning of ασθενής | Babel Free
/a.sθeˈnis/Ορισμοί
- που είναι άρρωστος
- ο ασθενικός, ο αδύναμος, που δεν έχει δύναμη (σθένος)
- για μία από τις τέσσερις κύριες δυνάμεις ή αλληλεπιδράσεις σε υποατομικό επίπεδο
Παραδείγματα
“≠ αντώνυμα: υγιής”
“≠ αντώνυμα: ισχυρός, σθεναρός”
“ασθενής αλληλεπίδραση στη Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.