χιλιάρικα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χιλιάρικο
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Μου έδωσε δύο χιλιάρικα για τη δουλειά.”
He gave me two thousand-euro notes for the job.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free