HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του συσκευή | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
sis.ceˈvi

Ορισμοί

  1. κατασκευή που αποτελείται από διάφορα επιμέρους εξαρτήματα ή μηχανισμούς και εκτελεί μια συγκεκριμένη λειτουργία ή εργασία
  2. device: είναι ηλεκτρονική κατασκευή, που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με την κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU) και την κεντρική μνήμη ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή και παρέχει ή δέχεται δεδομένα

Ισοδύναμα

العربية جهاز
Беларуская прыбо́р прыла́да
Български апарат
Dansk apparat
Deutsch Apparat Gerät
English apparatus appliance device set
Suomi laite
Français appareil appliance
हिन्दी उपकरण
Bahasa Indonesia peranti
日本語 器具 器械 機器
ქართული ხელსაწყო
한국어 기계 기구
Kurdî cihaz şet şet
Te Reo Māori pūrere
Македонски апарат уред
Português aparelho dispositivo
Svenska anordning apparat
Türkçe aygıt cihaz
Українська апара́т при́стрій

Παραδείγματα

“Διακρίνονται σε συσκευές εισόδου, εξόδου, εισόδου και εξόδου και περιφερειακές συσκευές”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη συσκευή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free