HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ταυτότητα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
tafˈto.ti.ta

Ορισμοί

  1. το σύνολο των ιδιοτήτων που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη φύση ενός ατόμου ή συνόλου
  2. το σύνολο των χαρακτηριστικών που ξεχωρίζουν το μέλος ενός συνόλου από τα υπόλοιπα μέλη
  3. το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας: έγγραφο που εκδίδεται από τις αστυνομικές αρχές και χρησιμοποιείται από τον πολίτη για να πιστοποιήσει το όνομά του και τα υπόλοιπα στοιχεία του στις σχέσεις του με το κράτος ή φυσικά και νομικά πρόσωπα
  4. κόσμημα που φοριέται στον καρπό και έχει χαραγμένο το όνομα του κατόχου του
  5. η ιδιότητα δύο πραγμάτων να είναι μεταξύ τους απολύτως όμοια, ομοιότητα
  6. αλγεβρική ισότητα που ισχύει για κάθε τιμή των μεταβλητών της

Ισοδύναμα

25 more languages
العربيةهو
Bosanskičaono
Češtinaidobčankaonototožnost
Danskid
Ελληνικάεκείνο
Esperantoĝio
Euskarazera
فارسینهاد
עבריתסתמי
Hrvatskičaono
Italianoesidentità
한국어아이디
Kurdîçaêşesîdzêra
Nederlandsesidlegitimatie
PortuguêsididentidadeRG
Românăidentitate
Српскиčaono
Türkçeidkimlik
中文自我
繁體中文自我

Παραδείγματα

“Ξέχασα την ταυτότητά μου στο σπίτι.”

I forgot my ID at home.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ταυτότητα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free