HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γυαλιά | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/ʝaˈʎa/

Ορισμοί

  1. παραλία της Άνδρου, κάτω από τις Στενιές
  2. ζευγάρι φακών (από γυαλί ή άλλο υλικό), αναρτημένων σε ειδικό σκελετό (κοκάλινο, μεταλλικό κ.λπ.), που φοριέται μπροστά από τα μάτια για τη διόρθωση ελαττωματικής όρασης ή για την προστασία από τον ήλιο.

Ισοδύναμα

English Spectacles

Παραδείγματα

“φοράω γυαλιά”
“γυαλιά ηλίου, οράσεως, μυωπίας, υπερμετρωπίας”
“(και στον ενικό) φόρα, επιτέλους, το γυαλί σου, αφού δε βλέπεις να διαβάσεις!”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γυαλιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course