Meaning of γυαλιά | Babel Free
/ʝaˈʎa/Ορισμοί
- παραλία της Άνδρου, κάτω από τις Στενιές
- ζευγάρι φακών (από γυαλί ή άλλο υλικό), αναρτημένων σε ειδικό σκελετό (κοκάλινο, μεταλλικό κ.λπ.), που φοριέται μπροστά από τα μάτια για τη διόρθωση ελαττωματικής όρασης ή για την προστασία από τον ήλιο.
Ισοδύναμα
English
Spectacles
Παραδείγματα
“φοράω γυαλιά”
“γυαλιά ηλίου, οράσεως, μυωπίας, υπερμετρωπίας”
“(και στον ενικό) φόρα, επιτέλους, το γυαλί σου, αφού δε βλέπεις να διαβάσεις!”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.