διαβάζω
Ορισμοί
- μπορώ να κάνω ανάγνωση
- μελετώ (για το σχολείο, για εξετάσεις, για το πανεπιστήμιο)
- κάνω ανάγνωση ενός κειμένου σιωπηρά
- μελετώ κάτι με προσοχή
- βοηθώ κάποιον να μελετήσει τα μαθήματά του
-
διακρίνω γεγονότα, περιστατικά, συναισθήματα figuratively
- απαγγέλλω κείμενο κατά τη διάρκεια εκκλησιαστικής ακολουθίας
- απαγγέλλω ευχές για κάποιον ετοιμοθάνατο ή ασθενή ή κάνω εξορκισμό
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of διαβάζω.
Ισοδύναμα
42 more languages
Azərbaycan dilioxumaq
Българскичета
Bosanskičitati
Catalàllegir
Cymraegdarllen
Dansklæse
Esperantolegi
Eestilugema
Gaeilgeléigh
Gàidhligleugh
עבריתלקרוא
हिन्दीपढ़ना
Hrvatskičitati
Magyarolvas
Lietuviųskaityti
Nederlandslezen
Românăciti
Ikinyarwandasoma
Slovenčinačítať
Slovenščinabrati
Shqiplexoj
Српскичитати
Tagalogbasa
Türkçeokumak
Українськачитати
中文读
繁體中文讀
Παραδείγματα
“Μην τον ενοχλείς όταν διαβάζει.”
Don't bother him when he's reading.
“Στις διακοπές μου, διάβασα τρία μυθιστορήματα.”
On my holidays, I read three novels.
“Ο παππούς δεν πήγε σχολείο και γι’ αυτό δεν διαβάζει.”
Grandad didn't go to school and that's why he can't read.
“Έχω πονοκέφαλο και δε θα διαβάσω απόψε.”
I've a headache and won't be studying tonight.
“Η αδερφή μου με διαβάζει στη μουσική.”
My sister is coaching me in music.
“Διάβασα την αλήθεια στα μάτια της.”
I read the truth in her eyes.
“διαβάζω τις σκέψεις κάποιου”
to read someone's thoughts
“Ο παπάς διαβάζει τα Ευαγγέλια.”
The priest reads the Gospels.
“Ήρθε ο παπάς να διαβάσει τον άρρωστο.”
The priest came to bless the sick person.
“έμαθα να διαβάζω, πριν ακόμη πάω στο σχολείο”
“διάβαζε όλη τη χρονιά συστηματικά κι, έτσι, πέτυχε στις εξετάσεις”
“συνηθίζομε τις Κυριακές να διαβάζομε μαζί εφημερίδα”
“το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη για τον Ζορμπά διαβάστηκε πολύ αυτό σε όλον τον κόσμο”
“αν διαβάσεις τους κανόνες, θα είναι πιο εύκολο να τους εφαρμόσεις”
“μία φορά με διάβασε ο αδελφός μου και τα κατάλαβα όλα”
“αν διαβάσεις ανάμεσα στις γραμμές, θα καταλάβεις ότι έχει περισσότερη ευαισθησία από ό,τι δείχνει”
“διάβασα τη θλίψη στο πρόσωπό της”
“ο ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο”
“τον πήγαν στο μοναστήρι να τον διαβάσουν, μήπως ηρεμήσουν τα νεύρα του”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free