Conjugation of διαβάζω
ðʝaˈvazoαπαγγέλλω ευχές για κάποιον ετοιμοθάνατο ή ασθενή ή κάνω εξορκισμό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαβάζω |
| εσύ | διαβάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαβάζει |
| εμείς | διαβάζουμε |
| εσείς | διαβάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαβάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | διάβαζα |
| εσύ | διάβαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διάβαζε |
| εμείς | διαβάζαμε |
| εσείς | διαβάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διάβαζαν |
Αόριστος
| εγώ | διάβασα |
| εσύ | διάβασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διάβασε |
| εμείς | διαβάσαμε |
| εσείς | διαβάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διάβασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαβάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαβάσω |
| εσύ | διαβάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαβάσει |
| εμείς | διαβάσουμε |
| εσείς | διαβάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαβάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διάβαζε |
| εσείς | διαβάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάβασε |
| εσείς | διαβάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαβάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαβάζομαι |
| εσύ | διαβάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαβάζεται |
| εμείς | διαβαζόμαστε |
| εσείς | διαβάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαβάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | διαβαζόμουν |
| εσύ | διαβαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαβαζόταν |
| εμείς | διαβαζόμασταν |
| εσείς | διαβαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαβάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | διαβάστηκα |
| εσύ | διαβάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαβάστηκε |
| εμείς | διαβαστήκαμε |
| εσείς | διαβαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαβάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαβαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαβαστώ |
| εσύ | διαβαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαβαστεί |
| εμείς | διαβαστούμε |
| εσείς | διαβαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαβαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαβάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαβάσου |
| εσείς | διαβαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαβαστεί |