Meaning of καταιγίδα | Babel Free
/ka.teˈʝi.ða/Ορισμοί
- πολύ δυνατή βροχή που συνοδεύεται από αστραπές, κεραυνούς και ισχυρούς ανέμους
-
έντονη αναστάτωση που επέρχεται με ορμητικότητα σαν θύελλα figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“καταιγίδα αντιδράσεων”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.