HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καταρράκτης | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/ka.taˈrak.tis/

Ορισμοί

  1. η ορμητική πτώση του νερού ενός ποταμού από μεγάλο ύψος, η οποία προκαλείται από την ανώμαλη διαμόρφωση του εδάφους με μεγάλες υψομετρικές διαφορές
  2. συνεχής και ασυγκράτητη ροή
    figuratively
  3. ασθένεια των ματιών που οφείλεται στη μη φυσιολογική ανάπτυξη θαμπάδας στον οφθαλμικό φακό με συνέπεια την απώλεια ή τη μείωση της όρασης
  4. : μεγάλης ιπποδύναμης διπλό βαρούλκο σε γραμμική διάταξη, όπου τα δύο τύμπανα αγομένων φέρονται εν σειρά και ανισοϋψώς με ενδιάμεσα και πλευρικά το μηχανισμό στρέψης του, τα δε αγόμενα (σχοινιά ή συρματόσχοινα} φέρονται από την αυτή πλευρά δίνοντας σε λειτουργία εικόνα καταρράκτη.

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“οι καταρράκτες του Νιαγάρα”
“καταρράκτης πληροφοριών”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καταρράκτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course