Meaning of σκοπός | Babel Free
/skoˈpos/Ορισμοί
- η αναγνωρισμένη επιθυμητή κατάσταση, ο στόχος, ο στόχος επίτευξης
- οικισμός της Τουρκίας, στην Ανατολική Θράκη, το σημερινό Üsküp της επαρχίας Κιρκλάρελι
- ο φρουρός, ο φύλακας, κάποιος που κάνει σκοπιά στο στρατό ή αλλού
- βουνό του Ισραήλ, στην Ιερουσαλήμ
- η μελωδία τραγουδιού (απόδοση στα ελληνικά του motivo και motif, δηλ. των αντίστοιχων μουσικών όρων στα ιταλικά και γαλλικά)
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Σκοπού)
Παραδείγματα
“※ "Ζητάτε να σας πω τον πρώτο μου σκοπό..." (τραγούδι από τον Αττίκ)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.