HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κοτόπουλο

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
koˈtopulo

Ορισμοί

  1. εξημερωμένο πτηνό του είδους Gallus gallus, νεαρής ηλικίας.
  2. μαγειρεμένο ή ωμό ολόκληρο κοτόπουλο.
  3. το κρέας του κοτόπουλου.

Ισοδύναμα

Españolpolla
29 more languages
العربيةفَرُّوجَة
Azərbaycan dilifərə
Българскипиле
Bosanskipolaпиле
Catalàpolla
DeutschHühnchen
Ελληνικάπουλάδα
Eestikana
Galegopola
Hausasagara
עבריתפרגית
Hrvatskipolaпиле
Magyarjérce
Հայերենվառեկ
Italianopollastra
ქართულივარია
한국어어린 암탉
Kurdîpola
Latinapullastra
LëtzebuergeschPëll
Македонскијарица
Polskikurczak
Portuguêsfranga
Românăpuică
Српскиpolaпиле
Türkçepiliçyarka

Παραδείγματα

“Η αυλή μας είναι γεμάτη κοτόπουλα.”
“κοτόπουλο ψητό, στήθος κοτόπουλου, φτερούγες κοτόπουλου”
“Αγόρασα από τον χασάπη ένα κοτόπουλο.”
“Βάλε μου μισό κοτόπουλο και μία μερίδα πατάτες τηγανητές.”
“Πήρα μια μερίδα φιλέτο κοτόπουλο.”
“Παρακαλώ, ένα σουβλάκι κοτόπουλο.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κοτόπουλο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free