Meaning of σκεφτεί | Babel Free
/sceˈfti/Ορισμοί
- απαρέμφατο παθητικού αορίστου του σκέφτομαι
- γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του σκέφτομαι
Παραδείγματα
“να, ας, αν, ίσως σκεφτεί (υποτακτική αορίστου)”
“θα σκεφτεί (παθητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.