HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκεφτεί | Babel Free

Verb CEFR B1 Frequent
/sceˈfti/

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο παθητικού αορίστου του σκέφτομαι
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου παθητικού αορίστου του σκέφτομαι

Παραδείγματα

“να, ας, αν, ίσως σκεφτεί (υποτακτική αορίστου)”
“θα σκεφτεί (παθητικός στιγμιαίος μέλλοντας)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκεφτεί used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course