Meaning of εργαστήριο | Babel Free
/erɣaˈstirjo/Ορισμοί
- το μέρος όπου εργάζεται ένας τεχνίτης ή καλλιτέχνης
- το σύνολο των μαθητών και συνεργατών ενός καλλιτέχνη
- ονομασία για επαγγελματικές σχολές
- το μέρος που είναι εξοπλισμένο με επιστημονικά όργανα και χρησιμοποιείται από έναν ή περισσότερους επιστήμονες για πειράματα και μετρήσεις
- δράση ή σειρά δράσεων εκπαιδευτικού ή βιωματικού χαρακτήρα, συνήθως σύντομης διάρκειας, με έμφαση στην αλληλεπίδραση μεταξύ των συμμετεχόντων
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ο πίνακας αποδίδεται στο εργαστήριο του Τιντορέτο”
“Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.