παράδοση
Ορισμοί
- το να παραδίδεις κάτι σε κάποιον, η μεταφορά ενός αντικειμένου σε κάποιον, το δόσιμο
- το να παραδίνεται κάποιος (πχ στον εχθρό ή ο καταζητούμενος στην αστυνομία)
- η διδασκαλία της επόμενης ενότητας από τον καθηγητή ή τον δάσκαλο
- τα έθιμα και οι συνήθειες των ανθρώπων, που διατηρούνται από γενιά σε γενιά· οι παγιωμένες συνήθειες ή πρακτικές σε διάφορους τομείς δραστηριότητας
Ισοδύναμα
28 more languages
العربيةخلاص
বাংলারেহাই
Cymraegachubiaeth
Esperantotradicio
Suomipelastus
Gaeilgefuascailt
Gàidhligsaoradh
Galegoentrega
हिन्दीछूट
Hrvatskiizbavljenje
Հայերենփրկում
Bahasa Indonesiapembebasan
日本語伝
Српскиizbavljenje
Tiếng Việttruyền thống
中文傳統
繁體中文傳統
Παραδείγματα
“Το δέμα μάς ήρθε με παράδοση κατ’ οίκον.”
“το μάθημα αρχίζει με την εξέταση των διδαχθέντων και συνεχίζεται με την παράδοση”
“※ Έτσι και το μυθιστόρημα του Ροΐδη αποτελεί ένα πολυδιαστρωματωμένο παλίμψηστο, όπου φράσεις-αποσπάσματα από έργα της φιλοσοφικής και θρησκευτικής παράδοσης -ελληνικής και ευρωπαϊκής- μεταφέρονται στα συμφραζόμενα της Πάπισσας, […].”
“※ Μαζί με τις κοινωνικές έξεις και παραδόσεις, το αόρατο χέρι της αγοράς όφειλε ακόμα να αντιμετωπίζεται με ιστορική και αξιακή αποστασιοποίηση (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free