Meaning of παράδοση | Babel Free
/paˈɾa.ðo.si/Ορισμοί
- το να παραδίδεις κάτι σε κάποιον, η μεταφορά ενός αντικειμένου σε κάποιον, το δόσιμο
- το να παραδίνεται κάποιος (πχ στον εχθρό ή ο καταζητούμενος στην αστυνομία)
- η διδασκαλία της επόμενης ενότητας από τον καθηγητή ή τον δάσκαλο
- τα έθιμα και οι συνήθειες των ανθρώπων, που διατηρούνται από γενιά σε γενιά· οι παγιωμένες συνήθειες ή πρακτικές σε διάφορους τομείς δραστηριότητας
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Το δέμα μάς ήρθε με παράδοση κατ’ οίκον.”
“το μάθημα αρχίζει με την εξέταση των διδαχθέντων και συνεχίζεται με την παράδοση”
“※ Έτσι και το μυθιστόρημα του Ροΐδη αποτελεί ένα πολυδιαστρωματωμένο παλίμψηστο, όπου φράσεις-αποσπάσματα από έργα της φιλοσοφικής και θρησκευτικής παράδοσης -ελληνικής και ευρωπαϊκής- μεταφέρονται στα συμφραζόμενα της Πάπισσας, […].”
“※ Μαζί με τις κοινωνικές έξεις και παραδόσεις, το αόρατο χέρι της αγοράς όφειλε ακόμα να αντιμετωπίζεται με ιστορική και αξιακή αποστασιοποίηση (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.