HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τυρί

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
tiˈɾi

Ορισμοί

  1. τροφικό παρασκεύασμα που φτιάχνεται σε εκμαγείο από την πήξη του γάλακτος με ή χωρίς ζύμωση
  2. φτηνή, εύκολη τακτική ή στρατηγική που εκμεταλλεύεται κάποια λειτουργία του παιχνιδιού προς διευκόλυνσή του για αυτόν που τη χρησιμοποιεί και συνήθως εκνευρισμό των άλλων παικτών
    internet-slang
  3. κορυφή δίκορφου βουνού της Σύρου που η άλλη κορφή του λέγεται "Ψωμί"

Ισοδύναμα

Englishcheese
Españolqueso
42 more languages
Afrikaanskaas
Azərbaycan dilipendir
Беларускаясыр
Catalàformatge
Danskost
Esperantofromaĝo
Eestijuust
Euskaragazta
Suomijuusto
Gaeilgecaiscáis
Gàidhligcàise
Magyarsajt
Íslenskaostur
日本語チーズ
Қазақ тіліірімшік
한국어김치치즈
Kurdîpenîr
Latinacaseus
Монголбяслаг
Nederlandskaas
Polskiforsasersernyserowy
Portuguêsqueijo
Românăbrînză
Русскийсырсыро́к
Slovenčinasyr
Shqipdjathë
Kiswahilichizijibini
Tagalogkeso
ئۇيغۇرچەپىشلاق
Українськасир
Tiếng Việtpho mát
繁體中文包皮垢茄子
isiZuluushizi

Παραδείγματα

“Έβαλα λίγο τυρί στο σάντουιτς.”

I put some cheese in the sandwich.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τυρί σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free