HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κίνητρο | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/ˈci.ni.tro/

Ορισμοί

  1. ο λόγος που κάνει κάποιος μια συγκεκριμένη ενέργεια
  2. κάτι που δημιουργεί θετικό κλίμα ή παρέχει σε κάποιον θετικούς λόγους, για να κάνει μια ορισμένη ενέργεια

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“τα κίνητρα του υποψηφίου για την προεδρία μπορεί ο καθένας να μαντέψει εύκολα”
“※ ο υψηλός φορολογικός συντελεστής είναι τεράστιο κίνητρο φοροδιαφυγής (Το Βήμα, Ιδέες κατά της φοροδιαφυγής, 17 Οκτ. 2010)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κίνητρο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course