Meaning of στρατόπεδο | Babel Free
/stɾaˈto.pe.ðo/Ορισμοί
- εγκατάσταση, μόνιμη ή παροδική, που στεγάζει μία ή περισσότερες στρατιωτικές μονάδες
- καταυλισμός, τόπος όπου έχει εγκατασταθεί σε σκηνές ένα σύνολο ανθρώπων
- χώρος όπου ζει ένα σύνολο ανθρώπων υπό καθεστώς φρούρησης
-
παράταξη πολιτική, ιδεολογική κλπ figuratively
Ισοδύναμα
English
camp
Παραδείγματα
“στρατόπεδο προσφύγων”
“Χιλιάδες Εβραίοι βρήκαν το θάνατο στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.”
“Ένταση ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα των διεκδικητών της αρχηγίας του κόμματος.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.