HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βαν

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
van

Ορισμοί

  1. ανδρικό όνομα
  2. όχημα κλειστού τύπου και μεσαίου μεγέθους, που χρησιμοποιείται κυρίως για μεταφορά εμπορευμάτων, εξοπλισμού ή μικρού αριθμού επιβατών

Ισοδύναμα

Englishvan
Españolvan
15 more languages
العربيةوان
Bosanskivanван
Češtinadodávka
Ελληνικάφορτηγάκι
Hrvatskivanван
Kurdîvanوان
Nederlandscamionette
Portuguêsvan
Српскиvanван
УкраїнськаВан

Παραδείγματα

“Ο βαν είναι φίλος μου από το σχολείο.”

Van is my friend from school.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βαν σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free