Meaning of βαν | Babel Free
/van/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- όχημα κλειστού τύπου και μεσαίου μεγέθους, που χρησιμοποιείται κυρίως για μεταφορά εμπορευμάτων, εξοπλισμού ή μικρού αριθμού επιβατών
Ισοδύναμα
English
van
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.