HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βάνα

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈva.na

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. ο διακόπτης που εμποδίζει (όταν τον κλείνουμε) και επιτρέπει (όταν τον ανοίγουμε) τη ροή του νερού (ή άλλου υγρού) σ’ ένα δίκτυο σωληνώσεων

Ισοδύναμα

11 more languages

Παραδείγματα

“Η Βάνα σπουδάζει ιατρική στο πανεπιστήμιο.”

Vana studies medicine at the university.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βάνα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free