Meaning of βιβλιοθήκη | Babel Free
/vivlioˈθici/Ορισμοί
- δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος, κτήριο ή αίθουσα, που περιέχει βιβλία, κατάλληλα τοποθετημένα και ταξινομημένα. Στην περίπτωση της δημόσιας βιβλιοθήκης τα βιβλία ή όποιο άλλο πληροφοριακό υλικό βρίσκονται στη διάθεση του κοινού ή ειδικών επιστημόνων, τους οποίους αναλαμβάνουν να εξυπηρετήσουν οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης.
- ο οργανισμός που διευθύνει αυτό το χώρο
- η συλλογή των βιβλίων ενός προσώπου, φυσικού ή νομικού
- έπιπλο με ράφια, κατάλληλο για την τοποθέτηση βιβλίων
- library: συλλογή έτοιμου επαναχρησιμοποιήσιμου κώδικα (υποπρογραμμάτα, συναρτήσεις, κλπ.), που μπορεί ο προγραμματιστής, ελεύθερα και με τον τρόπο που θεωρεί καλύτερο (σε αντίθεση με το framework), να τον ενσωματώσει στην κατασκευή άλλων προγραμμάτων
Παραδείγματα
“υπερώνυμα: άρθρωμα”
“υπώνυμα: πρότυπη βιβλιοθήκη”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.