βιβλιοθήκη
Ορισμοί
- δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος, κτήριο ή αίθουσα, που περιέχει βιβλία, κατάλληλα τοποθετημένα και ταξινομημένα. Στην περίπτωση της δημόσιας βιβλιοθήκης τα βιβλία ή όποιο άλλο πληροφοριακό υλικό βρίσκονται στη διάθεση του κοινού ή ειδικών επιστημόνων, τους οποίους αναλαμβάνουν να εξυπηρετήσουν οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης.
- ο οργανισμός που διευθύνει αυτό το χώρο
- η συλλογή των βιβλίων ενός προσώπου, φυσικού ή νομικού
- έπιπλο με ράφια, κατάλληλο για την τοποθέτηση βιβλίων
- library: συλλογή έτοιμου επαναχρησιμοποιήσιμου κώδικα (υποπρογραμμάτα, συναρτήσεις, κλπ.), που μπορεί ο προγραμματιστής, ελεύθερα και με τον τρόπο που θεωρεί καλύτερο (σε αντίθεση με το framework), να τον ενσωματώσει στην κατασκευή άλλων προγραμμάτων
Ισοδύναμα
45 more languages
Българскибиблиотека
བོད་སྐད།དེབ་སྒྲོམ
Catalàbiblioteca
Euskaraliburutegi
فارسیکتابخانه
Hrvatskiknjižnica
Bahasa Indonesiarak buku
ქართულიბიბლიოთეკა
ភាសាខ្មែរធ្នើរសៀវភៅ
LëtzebuergeschBicherschaf
Lietuviųbiblioteka
Latviešubibliotēka
Македонскибиблиотека
Maltilibrerija
Slovenčinaknižnica
Shqipbibliotekë
Српскибиблиотека
中文圖書館
繁體中文圖書館
Παραδείγματα
“υπερώνυμα: άρθρωμα”
“υπώνυμα: πρότυπη βιβλιοθήκη”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free