HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βιβλιοθήκη | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/vivlioˈθici/

Ορισμοί

  1. δημόσιος ή ιδιωτικός χώρος, κτήριο ή αίθουσα, που περιέχει βιβλία, κατάλληλα τοποθετημένα και ταξινομημένα. Στην περίπτωση της δημόσιας βιβλιοθήκης τα βιβλία ή όποιο άλλο πληροφοριακό υλικό βρίσκονται στη διάθεση του κοινού ή ειδικών επιστημόνων, τους οποίους αναλαμβάνουν να εξυπηρετήσουν οι υπάλληλοι της βιβλιοθήκης.
  2. ο οργανισμός που διευθύνει αυτό το χώρο
  3. η συλλογή των βιβλίων ενός προσώπου, φυσικού ή νομικού
  4. έπιπλο με ράφια, κατάλληλο για την τοποθέτηση βιβλίων
  5. library: συλλογή έτοιμου επαναχρησιμοποιήσιμου κώδικα (υποπρογραμμάτα, συναρτήσεις, κλπ.), που μπορεί ο προγραμματιστής, ελεύθερα και με τον τρόπο που θεωρεί καλύτερο (σε αντίθεση με το framework), να τον ενσωματώσει στην κατασκευή άλλων προγραμμάτων

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“υπερώνυμα: άρθρωμα”
“υπώνυμα: πρότυπη βιβλιοθήκη”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βιβλιοθήκη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course