Meaning of μετρητά | Babel Free
Ορισμοί
- χρήματα σε κέρματα ή σε τραπεζογραμμάτια
- τα ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα μιας οικονομικής μονάδας
Παραδείγματα
“Πήρε την προίκα σε μετρητά.”
She took the dowry in cash.
“Δεν είχα μαζί μου μετρητά και έτσι πλήρωσα με την πιστωτική μου κάρτα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.