HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μετρητής | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/ˈ ˈsiɱ.fo.no/

Ορισμοί

  1. όργανο μέτρησης ενός μεγέθους
  2. συσκευή που καταγράφει την κατανάλωση ή τη ροή, πχ νερού, ηλεκτρικού ρεύματος κλπ
    especially
  3. το πρόσωπο που καταγράφει τις ενδείξεις μιας τέτοιας συσκευής ή οργάνου
  4. μεταβλητή, θέση μνήμης κλπ., το περιεχόμενο των οποίων αυξάνεται όταν συμβαίνει κάποιο γεγονός
  5. λέξη ή μόρφημα που συνδυάζεται με έναν αριθμό για την δήλωση του αριθμού των ουσιαστικών, κυρίως σε ασιατικές γλώσσες όπως τα ιαπωνικά, τα κορεατικά και τα κινεζικά

Ισοδύναμα

English counter Indicator

Παραδείγματα

“≈ συνώνυμα: ρολόι”
“≈ συνώνυμα: απαριθμητής”
“≈ συνώνυμα: λέξη μέτρησης”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μετρητής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course