Meaning of μετρητής | Babel Free
/ˈ ˈsiɱ.fo.no/Ορισμοί
- όργανο μέτρησης ενός μεγέθους
-
συσκευή που καταγράφει την κατανάλωση ή τη ροή, πχ νερού, ηλεκτρικού ρεύματος κλπ especially
- το πρόσωπο που καταγράφει τις ενδείξεις μιας τέτοιας συσκευής ή οργάνου
- μεταβλητή, θέση μνήμης κλπ., το περιεχόμενο των οποίων αυξάνεται όταν συμβαίνει κάποιο γεγονός
- λέξη ή μόρφημα που συνδυάζεται με έναν αριθμό για την δήλωση του αριθμού των ουσιαστικών, κυρίως σε ασιατικές γλώσσες όπως τα ιαπωνικά, τα κορεατικά και τα κινεζικά
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: ρολόι”
“≈ συνώνυμα: απαριθμητής”
“≈ συνώνυμα: λέξη μέτρησης”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.