HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

περήφανος

Επίθετο θηλυκό CEFR B1 Frequent
peˈrifanos

Ορισμοί

  1. που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια ή έχει ένα αυξημένο συναίσθημα αξιοπρέπειας, ώστε δεν επιτρέπει να τον υποτιμούν και να τον μειώνουν
  2. που έχει μεγαλοπρέπεια στην εμφάνιση και στη στάση
  3. που νιώθει ένα συναίσθημα ικανοποίησης και χαράς για κάτι που απέκτησε ή που κατάφερε να κάνει, να δημιουργήσει
  4. που η στάση και συμπεριφορά του δείχνουν μια υπερβολική αυτοεκτίμηση κι ένα ματαιόδοξο συναίσθημα ανωτερότητας έναντι των άλλων, ο υπερφίαλος, ο αλαζόνας, ο φαντασμένος

Ισοδύναμα

Englishproud
Françaisfier
20 more languages
Catalàorgullós
Češtinahrdý
Danskstolt
Esperantofiera
Suomiylpeä
עבריתגאה
Hrvatskigord
Magyarbüszke
Bahasa Indonesiabangga
Latinaaltus
Монголбардам
Nederlandsfierprattrots
Polskidumny
Portuguêsorgulhoso
Slovenčinahrdý
Svenskastolt
Українськагордий

Παραδείγματα

“είναι πολύ περήφανος για να δεχτεί ελεημοσύνη”
“έχει περήφανο παράστημα”
“είναι περήφανη για την τελευταία δουλειά της

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη περήφανος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free