εξέταση
Ορισμοί
- η ενέργεια του ρήματος εξετάζω
- η προσεκτική παρατήρηση και έρευνα ενός αντικειμένου που αποσκοπεί στην καλύτερη γνώση του
- η προσεκτική παρατήρηση ενός ασθενούς, συχνά με τη βοήθεια ιατρικών οργάνων, προκειμένου να διαγνωστεί η ασθένειά του
- η εργαστηριακή έρευνα σωματικού υλικού (πχ αίματος, ούρων, ιστών κλπ)
- η διαδικασία με την οποία ο διδάσκων κάνει ερωτήσεις προφορικά ή γραπτά σε έναν μαθητή προκειμένου να τον βαθμολογήσει
- η υποβολή ερωτήσεων σε έναν μάρτυρα
Ισοδύναμα
30 more languages
العربيةتفقد
Catalàinspecció
Cymraegarolwg
Esperantoinspekto
Magyarellenőrzés
മലയാളംപരിശോധന
Bahasa Melayupemeriksaan
Portuguêsinspeção
ไทยการสอบ
اردومعائنہ
Παραδείγματα
“η εξέταση των αιτίων ενός ιστορικού γεγονότος”
“(στον πληθυντικό) η διαδικασία και η περίοδος των γραπτών διαγωνισμάτων”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free