HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πυρ | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/piɾ/

Ορισμοί

  1. φωτιά
    formal
  2. εντολή για πυροβολισμό σε μάχη ή σε εκτέλεση - δείτε πιο κάτω
  3. βολή πυροβόλου όπλου
  4. τα πυρά:
    plural
  5. ομαδόν επίθεση με πυροβόλα όπλα ή και άλλα μέσα
    plural
  6. ομαδόν επίθεση λεκτική
    figuratively, plural

Ισοδύναμα

English fire

Παραδείγματα

“ανοίγω πυρ”

open fire

“τα εχθρικά πυρά”

enemy fire

“πυρά κατά της κυβέρνησης”

firing against (attacking) the government

“ασφάλεια πυρός”

fire insurance

“※ Στην κορφή του βουνού ακουστήκαν πριν από λίγο πυκνά πυρά, ησυχία ύστερα απόλυτη.”
“1966 συγγραφέας: Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι”
“Ο πρωθυπουργός δέχτηκε τα πυρά όλης της αντιπολίτευσης”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πυρ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course