Meaning of πυρ | Babel Free
/piɾ/Ορισμοί
-
φωτιά formal
- εντολή για πυροβολισμό σε μάχη ή σε εκτέλεση - δείτε πιο κάτω
- βολή πυροβόλου όπλου
-
τα πυρά: plural
-
ομαδόν επίθεση με πυροβόλα όπλα ή και άλλα μέσα plural
-
ομαδόν επίθεση λεκτική figuratively, plural
Ισοδύναμα
English
fire
Παραδείγματα
“ανοίγω πυρ”
open fire
“τα εχθρικά πυρά”
enemy fire
“πυρά κατά της κυβέρνησης”
firing against (attacking) the government
“ασφάλεια πυρός”
fire insurance
“※ Στην κορφή του βουνού ακουστήκαν πριν από λίγο πυκνά πυρά, ησυχία ύστερα απόλυτη.”
“1966 συγγραφέας: Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι”
“Ο πρωθυπουργός δέχτηκε τα πυρά όλης της αντιπολίτευσης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.