HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τραύμα | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/ˈtɾav.ma/

Ορισμοί

  1. οποιαδήποτε βλάβη σε ιστό που είναι αποτέλεσμα της επενέργειας μιας εξωτερικής δύναμης (πχ μπορεί να οφείλεται σε πτώση, πρόσκρουση, είσοδο ξένου σώματος κλπ)
  2. μεγάλες υλικές ζημιές, καταστροφές
    plural
  3. καθετί που προκαλεί ηθική και ψυχολογική αρνητική επίπτωση στο άτομο
    broadly, figuratively

Ισοδύναμα

English Trauma wound

Παραδείγματα

“ψυχικό τραύμα”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τραύμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course