Meaning of τραύμα | Babel Free
/ˈtɾav.ma/Ορισμοί
- οποιαδήποτε βλάβη σε ιστό που είναι αποτέλεσμα της επενέργειας μιας εξωτερικής δύναμης (πχ μπορεί να οφείλεται σε πτώση, πρόσκρουση, είσοδο ξένου σώματος κλπ)
-
μεγάλες υλικές ζημιές, καταστροφές plural
-
καθετί που προκαλεί ηθική και ψυχολογική αρνητική επίπτωση στο άτομο broadly, figuratively
Παραδείγματα
“ψυχικό τραύμα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.