Meaning of παππούς | Babel Free
/paˈpus/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αιτιατική πληθυντικού του πάππος
- ο πατέρας του πατέρα ή της μητέρας μου
-
αυτός που είναι κάποιας προχωρημένης ηλικίας, ο γέρος familiar
-
αυτός που έχει συμπεριφορά γέρου ironic
-
το εκατοστάρικο μέχρι τη δεκαετία του 1980 (στη γλώσσα των κακοποιών) slang
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο παππούς μου πολέμησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.”
My grandpa fought in World War II.
“Πρόσεξε, παππού, μη σε πατήσει κανένα αμάξι καθώς περνάς το δρόμο.”
Careful, gramps, that a car doesn't run you over as you cross the road.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.