HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του παππούς | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
paˈpus

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. αιτιατική πληθυντικού του πάππος
  3. ο πατέρας του πατέρα ή της μητέρας μου
  4. αυτός που είναι κάποιας προχωρημένης ηλικίας, ο γέρος
    familiar
  5. αυτός που έχει συμπεριφορά γέρου
    ironic
  6. το εκατοστάρικο μέχρι τη δεκαετία του 1980 (στη γλώσσα των κακοποιών)
    slang

Ισοδύναμα

Afrikaans oupa
Български дядо
Bosanski ćale deda
Català iaio
Čeština děda dědeček
Deutsch Knan Opa Opi
Ελληνικά πάλιουρας πάππος
Esperanto avĉjo avo
Español abuelito abuelo yayo
Suomi pappa papparainen ukki vaari
Français papi papy pépé pops
Galego avó
Hrvatski ćale deda
Հայերեն պապի պապիկ
Italiano nonnetto nonno
ქართული პაპა
한국어 할아버지
Kurdî tûk
Македонски дедо
मराठी आजोबा
Bahasa Melayu atuk tuk
Nederlands bompa opa
Polski dziadziuś
Português vovó
Română bunicuț
Slovenčina dedko
Српски ćale deda
Svenska farfar morfar
తెలుగు తాత
ไทย ตา ปู่
Türkçe babuş moruk
Українська ґідо ді́до дідусь

Παραδείγματα

“Ο παππούς μου πολέμησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.”

My grandpa fought in World War II.

“Πρόσεξε, παππού, μη σε πατήσει κανένα αμάξι καθώς περνάς το δρόμο.”

Careful, gramps, that a car doesn't run you over as you cross the road.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παππούς σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free