HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

παππούς

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
paˈpus

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. αιτιατική πληθυντικού του πάππος
  3. ο πατέρας του πατέρα ή της μητέρας μου
  4. αυτός που είναι κάποιας προχωρημένης ηλικίας, ο γέρος
    familiar
  5. αυτός που έχει συμπεριφορά γέρου
    ironic
  6. το εκατοστάρικο μέχρι τη δεκαετία του 1980 (στη γλώσσα των κακοποιών)
    slang

Ισοδύναμα

33 more languages
Afrikaansoupa
Българскидядо
Bosanskićalededa
Catalàiaio
DeutschKnanOpaOpi
Esperantoavĉjoavo
Galegoavó
Hrvatskićalededa
Հայերենպապիպապիկ
ქართულიპაპა
한국어할아버지
Kurdîtûk
Македонскидедо
मराठीआजोबा
Bahasa Melayuatuktuk
Nederlandsbompaopa
Portuguêsvovó
Românăbunicuț
Slovenčinadedko
Српскиćalededa
తెలుగుతాత
Türkçebabuşmoruk
Українськаґідоді́додідусь

Παραδείγματα

“Ο παππούς μου πολέμησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.”

My grandpa fought in World War II.

“Πρόσεξε, παππού, μη σε πατήσει κανένα αμάξι καθώς περνάς το δρόμο.”

Careful, gramps, that a car doesn't run you over as you cross the road.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παππούς σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free