πάλιουρας
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Πάλιουρα)
- ακανθώδης θάμνος που χρησιμοποιείται και για φράχτης
-
που είναι πολύ καιρό στο στράτευμα και, συνήθως, εμπνέει σεβασμό ή φόβο λόγω «αρχαιότητας» slang
- χωριό της Εύβοιας, άλλη γραφή του Πάλιουρας
- χωριό της Εύβοιας
-
που έχει για μεγάλο χρονικό διάστημα μια ιδιότητα, που βρίσκεται πολύ καιρό σε μια υπηρεσία ή θέση και θεωρείται έμπειρος και αξιοσέβαστος εξ αυτού του γεγονότος general
Παραδείγματα
“※ Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι | νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια”
“※ Γουλιέλμε, ἄκου ’ς τὸν πάλιουρα τὸ σφούριγμα τοῦ ἀνέμου”
“※ Πιστεύεις ότι θυμάσαι τα πάντα απ’ τη θητεία σου; Θα καταφέρεις να κάνεις 10/10 στο κουίζ που ακόμα και οι πάλιουρες του στρατού χάνουν;”
“※ Και όλοι μαζί, παλιός, βουλευτής, παρατρεχάμενοι και των δύο, να γελάνε και να συμφωνούν: «Πού να το καταλάβουν στην Αθήνα πώς μαζεύονται οι ψήφοι». Όποιος έχει ζήσει τις περιοδείες, όποιος έχει ακούσει τους … πάλιουρες να περηφανεύονται για τα κατορθώματά τους στα … νεούδια μπορεί να αναγνωρίσει τους χαρακτήρες του Δούκα και του Λιβανού, όταν ο πρώτος καυχιέται πως μετά τις πυρκαγιές της Ηλείας το 2007 πήρε τις ψήφους κρατώντας τις σακούλες με τα λεφτά.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free