Meaning of νόμος | Babel Free
/ˈno.mos/Ορισμοί
- υποχρεωτικός κανόνας δικαίου που εφαρμόζεται σε μια κρατική οντότητα, αφού θεσμοθετηθεί από τα αρμόδια νομοθετικά σώματα
- διοικητική δικαιοδοσία ή υποδιαίρεση σε χώρα ή εκκλησιαστική δομή
- το σύνολο των γραπτών κανόνων δικαίου που ισχύουν σε ένα κράτος, η νομοθεσία
- ηθικός κανόνας που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων
- γενική διατύπωση, συχνά μια μαθηματική σχέση, που αφορά στα φυσικά φαινόμενα και περιγράφει την αιτιώδη σχέση μεταξύ των διαφόρων φυσικών μεγεθών
Παραδείγματα
“Ο λόγος της ήταν νόμος”
Her word was law.
“O νομός Λακωνίας είναι ο νοτιότερος νομός της Πελοποννήσου.”
Laconia prefecture is the southernmost prefecture of the Peloponnese.
“Στην Ελλάδα οι νόμοι δεν ισχύουν πριν δημοσιευτούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.”
“ο ελληνικός νόμος”
“άγραφος νόμος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.