HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

νόμος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1 Frequent
ˈno.mos

Ορισμοί

  1. υποχρεωτικός κανόνας δικαίου που εφαρμόζεται σε μια κρατική οντότητα, αφού θεσμοθετηθεί από τα αρμόδια νομοθετικά σώματα
  2. διοικητική δικαιοδοσία ή υποδιαίρεση σε χώρα ή εκκλησιαστική δομή
  3. το σύνολο των γραπτών κανόνων δικαίου που ισχύουν σε ένα κράτος, η νομοθεσία
  4. ηθικός κανόνας που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων
  5. γενική διατύπωση, συχνά μια μαθηματική σχέση, που αφορά στα φυσικά φαινόμενα και περιγράφει την αιτιώδη σχέση μεταξύ των διαφόρων φυσικών μεγεθών

Ισοδύναμα

41 more languages
Afrikaanswet
Българскизакон
Dansklov
Ελληνικάνομαρχία
Eestiseadus
Suomilaki
עבריתמחוז
Magyarjog
Հայերենօրենք
Bahasa Indonesiaprefektur
Íslenskalög
日本語法律都道府県
Kurdîlaw
Lietuviųteisė
Latviešutiesības
Bahasa Melayuprefektur
Nederlandsprefectuurwet
Portuguêsleinomenomoprefeitura
Slovenščinapravo
Shqipligj
Türkçekanunvalilik
ئۇيغۇرچەۋىلايەت
УкраїнськазаконНом
Tiếng Việttỉnh
中文法律
繁體中文法律

Παραδείγματα

“Ο λόγος της ήταν νόμος”

Her word was law.

“O νομός Λακωνίας είναι ο νοτιότερος νομός της Πελοποννήσου.”

Laconia prefecture is the southernmost prefecture of the Peloponnese.

Στην Ελλάδα οι νόμοι δεν ισχύουν πριν δημοσιευτούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.”
“ο ελληνικός νόμος”
“άγραφος νόμος”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη νόμος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free