Meaning of νομαρχία | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το σύνολο των διοικητικών υπηρεσιών στο επίπεδο του νομού
-
το κράτος όπου την εξουσία έχουν οι νόμοι dated
- το κτήριο που βρίσκεται στην πρωτεύουσα ενός νομού, στεγάζει αυτές τις διοικητικές υπηρεσίες και αποτελεί την έδρα του νομάρχη
Παραδείγματα
“Η «Ελληνική Νομαρχία», έργο ανώνυμου συγγραφέα (άλλωστε, στην ελληνική γραμματολογία έχει καθιερωθεί με τον πλήρη τίτλο «Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία»), είναι ένα από τα σημαντικότερα προπαρασκευαστικά κείμενα της ελληνικής επανάστασης, ένα μαχητικό μανιφέστο του ελληνικού διαφωτισμού. (Από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 24 Μάρτη 2007)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.