Meaning of τρέλα | Babel Free
/ˈtɾe.la/Ορισμοί
- παθολογική κατάσταση κατά την οποία διαταράσσεται η πνευματική ισορροπία και η λογική του ανθρώπου
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- η απερίσκεπτη ενέργεια
-
οι απερισκεψίες plural
-
η ιδιοτροπία figuratively
-
το πάθος figuratively
- για κάτι που είναι πολύ όμορφο
Ισοδύναμα
English
madness
Παραδείγματα
“Σταμάτα να κάνεις τρέλες και λογικέψου!”
“Αγόρασα ένα παλτουδάκι, τρέλα.”
“δείτε και το [[#Επίρρημα]]”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.