Meaning of κάνα | Babel Free
/ˈka.na/Ορισμοί
- άλλη μορφή του κανένα· ονομαστική και αιτιατική, ουδέτερου γένους του κανείς
- άλλη μορφή του κανέναν· αιτιατική, αρσενικού γένους του κανείς
- κανέναν ή καμία
Παραδείγματα
“Τον ακολούθησαν κάνα δυο γυναίκες.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.