Meaning of πράξη | Babel Free
/ˈpɾa.ksi/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πράττω
- η εφαρμογή, η εκτέλεση μιας ιδέας ή ενός σχεδίου
- η εμπορική ή χρηματιστηριακή συναλλαγή
- η διοικητική ενέργεια ή απόφαση
- η εγγραφή και καταχώριση γεγονότος σε ειδικό βιβλίο
- καθένα από τα μέρη που αποτελούν ένα θεατρικό έργο ή όπερα
- διαδικασία που παράγει μια νέα τιμή από μία ή περισσότερες τιμές εισόδου
- ένας από τους τέσσερις βασικούς τρόπους με τους οποίους από δοθέντες αριθμούς παράγεται κάποιος άλλος (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός και διαίρεση)
- η διαδικασία που λαμβάνει σαν είσοδο μία ή περισσότερες λογικές προτάσεις και με την χρήση λογικού συνδετικού δίδει αποτέλεσμα του οποίου η τιμή είναι πάντα 'Αληθής' ή 'Ψευδής', δηλαδή αληθοτιμή
- , (σχεσιακή άλγεβρα) οι πράξεις μεταξύ συνόλων ή σχέσεων
Παραδείγματα
“γενναία πράξη”
“※ Είναι φορές που ανάμεσα θεωρία και πράξη δυσκολευόμαστε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“λογιστική πράξη, ληξιαρχική πράξη γέννησης”
“(κατ’ επέκταση) σημαντικό στάδιο ή φάση γεγονότων”
“η τελευταία πράξη του δράματος”
“αριθμητικές πράξεις”
“υπώνυμα: άρνηση, διάζευξη (∨, ⊻), σύζευξη (∧), συνεπαγωγή, ισοδυναμία”
“υπώνυμα: ένωση (σύμβολο: ⋃), τομή (σύμβολο: ⋂)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.