HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πράξη | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/ˈpɾa.ksi/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πράττω
  2. η εφαρμογή, η εκτέλεση μιας ιδέας ή ενός σχεδίου
  3. η εμπορική ή χρηματιστηριακή συναλλαγή
  4. η διοικητική ενέργεια ή απόφαση
  5. η εγγραφή και καταχώριση γεγονότος σε ειδικό βιβλίο
  6. καθένα από τα μέρη που αποτελούν ένα θεατρικό έργο ή όπερα
  7. διαδικασία που παράγει μια νέα τιμή από μία ή περισσότερες τιμές εισόδου
  8. ένας από τους τέσσερις βασικούς τρόπους με τους οποίους από δοθέντες αριθμούς παράγεται κάποιος άλλος (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός και διαίρεση)
  9. η διαδικασία που λαμβάνει σαν είσοδο μία ή περισσότερες λογικές προτάσεις και με την χρήση λογικού συνδετικού δίδει αποτέλεσμα του οποίου η τιμή είναι πάντα 'Αληθής' ή 'Ψευδής', δηλαδή αληθοτιμή
  10. , (σχεσιακή άλγεβρα) οι πράξεις μεταξύ συνόλων ή σχέσεων

Ισοδύναμα

English act action practice

Παραδείγματα

“γενναία πράξη”
“※ Είναι φορές που ανάμεσα θεωρία και πράξη δυσκολευόμαστε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
“λογιστική πράξη, ληξιαρχική πράξη γέννησης”
“(κατ’ επέκταση) σημαντικό στάδιο ή φάση γεγονότων”
“η τελευταία πράξη του δράματος”
“αριθμητικές πράξεις”
“υπώνυμα: άρνηση, διάζευξη (∨, ⊻), σύζευξη (∧), συνεπαγωγή, ισοδυναμία”
“υπώνυμα: ένωση (σύμβολο: ⋃), τομή (σύμβολο: ⋂)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πράξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course