HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

επιχείρηση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
e.piˈçi.ɾi.si

Ορισμοί

  1. Οργανωμένη προσπάθεια για την επίτευξη ενός στόχου καθώς και η εκτέλεσή του.
  2. εμπορική ή βιομηχανική εταιρεία, οποιουδήποτε μεγέθους ή τύπου

Ισοδύναμα

29 more languages
Българскигонитба
Eestiäri
Gaeilgetoir
עבריתעסק
Հայերենհալածանք
Bahasa Indonesiamengejar
日本語追求
한국어추구
中文作業
繁體中文作業

Παραδείγματα

“στρατιωτική επιχείρηση”

military operation

“Επίσης, είναι σύνηθες, κυρίως σε υποκαταστήματα που έχουν περιορισμένη ζήτηση για Ενοικίαση με Οδηγό, οι οδηγοί να στέλνονται από την Έδρα της Επιχείρησης στα αρχεία της οποίας βρίσκονται και τα αποδεικτικά για τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται.”

It is also common, especially in branches that have limited demand for Rental with a Driver, for drivers to be sent from the Company's Headquarters, in whose files are also the evidence of the conditions that must be met.

“επιχείρηση Μπαρμπαρόσα”
“Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού”
“οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας”
“※ Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη επιχείρηση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free