Meaning of επιχείρηση | Babel Free
/e.piˈçi.ɾi.si/Ορισμοί
- Οργανωμένη προσπάθεια για την επίτευξη ενός στόχου καθώς και η εκτέλεσή του.
- εμπορική ή βιομηχανική εταιρεία, οποιουδήποτε μεγέθους ή τύπου
Παραδείγματα
“στρατιωτική επιχείρηση”
military operation
“Επίσης, είναι σύνηθες, κυρίως σε υποκαταστήματα που έχουν περιορισμένη ζήτηση για Ενοικίαση με Οδηγό, οι οδηγοί να στέλνονται από την Έδρα της Επιχείρησης στα αρχεία της οποίας βρίσκονται και τα αποδεικτικά για τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται.”
It is also common, especially in branches that have limited demand for Rental with a Driver, for drivers to be sent from the Company's Headquarters, in whose files are also the evidence of the conditions that must be met.
“επιχείρηση Μπαρμπαρόσα”
“Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού”
“οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας”
“※ Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.